










Η πρόταση για την αποκατάσταση και επέκταση του νεοκλασικού κτιρίου της Καρραδείου Σχολής στη Χίο βασίζεται σε μια φυσική φιλοσοφία που προσεγγίζει τον σχεδιασμό ως διαμόρφωση ενός ενιαίου ρέοντος πεδίου γνώσης, μνήμης και συλλογικότητας. Εμπνεόμενη από την ιδέα μιας «πολιτισμικής δομής» – εκείνων των διαχρονικών χωρικών σχέσεων που καθιστούν έναν τόπο μοναδικό – η προσέγγιση αναγνωρίζει το ιστορικό κτίριο ως συμμέτοχο στη συνεχή ροή και ανανέωση της τοπικής παράδοσης. Η μεταφορά των «συγκοινωνούντων δοχείων» μεταφράζει ακριβώς αυτή την επιδίωξη: για ένα ανοιχτό σύστημα όπου η γνώση, ως ρευστό, διανέμεται ισόρροπα, φέρνοντας το παρελθόν σε δημιουργικό διάλογο με το παρόν και το μέλλον.
Βασικές Αρχές και Στόχοι
Η πρόταση εστιάζει στη μέθεξη του παλιού και του νέου, αξιοποιώντας το εργαλείο της μίμησης ως μέσο για έναν αρχιτεκτονικό διάλογο. Εδώ η μίμηση δεν νοείται ως πιστή αντιγραφή του παλιού, αλλά ως μηχανισμός αναγνώρισης αυτών των αμετάβλητων αρχιτεκτονικών στοιχείων που μπορούν μέσω μίας αφαιρετικής διεργασίας να ενσωματωθούν στη νέα έκφραση της επέκτασης της Καρραδείου. Τα υφιστάμενα και τα νέα στοιχεία συντονίζονται σε μια αρχιτεκτονική ισορροπίας, αμοιβαιότητας και εξέλιξης. Οι χώροι σχεδιάζονται ως ένα ανοιχτό και πορώδες σύστημα, όπου η γνώση δεν περιορίζεται σε κλειστούς χώρους αλλά διαχέεται σε διαδρόμους, περάσματα και υπαίθριους χώρους, ενθαρρύνοντας τυχαίες συναντήσεις και ανταλλαγές.
Το νεοκλασικό κτίριο, ως αυθεντικό δείγμα της χαρακτηριστικής «χιακής αστικής κατοικίας» με επιρροές από τη Σμύρνη, θεωρείται σημείο υποδοχής και δημόσιας παρουσίας. Η αποκατάστασή του ακολουθεί τις αρχές της ολοκληρωμένης διατήρησης, σεβόμενη την ιστορική του ταυτότητα ενώ το επαναπροσδιορίζει ως ενεργό δημόσιο χώρο στην καθημερινότητα του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Η νέα επέκταση προκύπτει ως συνέχεια και εξέλιξη αυτού του πλαισίου, διαμορφώνοντας έναν χώρο που λειτουργεί ως μέσο φυσικής, κοινωνικής και πνευματικής καλλιέργειας.
Αλληλεπίδραση και Σύνδεση Παλαιού – Νέου
Η σχέση των δύο κτιρίων υλοποιείται μέσω πολλαπλών στρατηγικών:
Φυσική και Λειτουργική Σύνδεση: Τα δύο κτίρια συνδέονται με μια εσωτερική ράμπα προστατευμένη με συνεχές υαλοστάσιο και μια στεγασμένη γέφυρα (δώμα) που τα ενώνει στο επίπεδο του πρώτου ορόφου. Αυτό δημιουργεί μια λειτουργική συνέχεια, επιτρέποντας, για παράδειγμα, στην φοιτητική λέσχη να επεκτείνεται από το νέο κτίριο στο ισόγειο του νεοκλασικού (εντευκτήριο). Τα υπόγεια σχηματίζουν έναν ενιαίο πυρήνα εξυπηρετήσεων και βοηθητικών χώρων.
Προγραμματική Αλληλεπίδραση: Η δομή της πρότασης ενισχύει τη σχέση συνέχειας. Το εντευκτήριο στο νεοκλασικό επικοινωνεί άμεσα με τη λέσχη σίτισης στο νέο. Τα γραφεία του δεύτερου ορόφου και των δύο κτιρίων συνδέονται μέσω της υπάρχουσας βεράντας και της επέκτασής της. Οι χρήσεις επαυξάνονται αμοιβαία, δημιουργώντας ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο.
Σχεδιαστικός Διάλογος: Με τη μονολιθική της μορφή, η επέκταση σέβεται την πολυφωνία του αστικού περιβάλλοντος και ταυτόχρονα εγκαθιδρύει μια σχέση μορφολογικής συνέχειας με το νεοκλασικό, μέσω της αφαιρετικής επανερμηνείας των βασικών του γεωμετρικών και αναλογικών αρχών. Η επέκταση δεν επιχειρεί μια γλωσσική ή παραμετρική απομίμηση, αλλά επιδιώκει να αναγνωρίσει και να συμφωνήσει με τη«πολιτισμική δομή» του τόπου. Αυτή η δομή εντοπίζεται στις βαθιές, μη-γραμμικές χωρικές σχέσεις του νεοκλασικού και στις μορφολογικές του αρχές που αφηγούνται έναν τρόπο ζωής.
Το γεωμετρικό σύστημα των εννέα τετραγώνων της κάτοψης του παλιού κτιρίου χρησιμοποιείται ως δομικό εργαλείο για τη σύνθεση του νέου, επεκτεινόμενο και περιστρεφόμενο για να δημιουργήσει νέες γεωμετρίες. Μορφολογικά στοιχεία (βεράντες, ημιυπαίθριοι χώροι) επανεμφανίζονται με αφαιρετικό τρόπο. Η διπλή δίριχτη στέγη του νέου κτιρίου, πέρα από τη μείωση της όψης μάζας, εδράζεται στη μορφολογική παράδοση και δημιουργεί ένα σύγχρονο τοπόσημο που συνδέεται με την ιστορία. Η σύγχρονη επανερμηνεία αυτών των στοιχείων αποσκοπεί στην «ύφανση μιας πολιτισμικής συνέχειας ικανής να συμπεριλάβει αντίθετες» εκφράσεις, δημιουργώντας έναν διάλογο που υπερβαίνει τη χρονική διάρκεια ενός ανθρώπινου βίου.
Υλικός Διάλογος & Μνήμη: Ενώ το νεοκλασικό αποκαθίσταται με σεβασμό στην υφιστάμενη υλικότητά του (ξύλινες επενδύσεις, τοιχογραφίες, τζάκι), η υλικότητα της επέκτασης εμπνέεται από την τοπική παράδοση χωρίς να την αντιγράφει. Η κύρια πρόσοψη επενδύεται με κεραμικά πλακίδια τοπικής παραγωγής, που αναφέρονται στην παραγωγή δομικών κεραμικών της Χίου. Το δάπεδο του νέου κτιρίου θα είναι ένα μωσαϊκό από αδρανή και κεραμίδια που προέρχονται από κατεδαφισμένα στοιχεία του οικοπέδου και από το παλιό κτίριο, ενσωματώνοντας συμβολικά τη μνήμη του παλιού στο νέο, υλοποιώντας πρακτικά την ιδέα των “συγκοινωνούντων δοχείων”.
Οπτικές Συνδέσεις και Διαφάνεια: Μεγάλα ανοίγματα, ειδικά στη νότια όψη του νέου κτιρίου και το διαμπερές υαλοστάσιο της σύνδεσης, διασφαλίζουν οπτική επαφή και συνέχεια μεταξύ των κτιρίων και με τον κήπο. Το αμφιθέατρο στην τελευταία όροφο του νέου κτιρίου προσφέρει θέα προς το νεοκλασικό, το Μιχάλειο και την πανεπιστημιούπολη, ενισχύοντας τη νοηματική σύνδεση.
Ο Ρόλος του Κήπου και του Υπαίθριου Χώρου
Ο υπαίθριος χώρος αποτελεί τον ενιαίο συνδετικό ιστό του συγκροτήματος και υλοποιεί τη βασική φυσική φιλοσοφία ως μέσο καλλιέργειας της κοινότητας και του τόπου. Διαμορφώνεται ως κήπος που:
Ενώνει λειτουργικά όλα τα κτίρια με διακριτικές διαδρομές και ράμπες καθολικής πρόσβασης.
Διατηρεί το μέγιστο δυνατό ποσοστό πρασίνου, επηρεάζοντας καθοριστικά τη μορφολογία της νέας επέκτασης (κάθετη ανάπτυξη για ελάχιστη κάλυψη εδάφους).
Επανενεργοποιεί υδάτινα στοιχεία (πηγάδι, ιστορική δεξαμενή, ρυάκι) ως τριπλό υδάτινο ίχνος που βελτιώνει το μικροκλίμα και επαναφέρει τη μνήμη του τόπου.
Η φύτευση σχεδιάζεται με βιοκλιματικούς στόχους (σκίαση, φύτρα φυσικού αερισμού, εξάτμιση) και με σεβασμό στα υπάρχοντα δέντρα (π.χ. αραουκαρία που σκιάζει φυσικά), ενισχύοντας την ενσωμάτωση του ανθρώπου στη φύση.
Συνολικά, η πρόταση υπερβαίνει τη λειτουργική αναβάθμιση, προτείνοντας μια ποιητική χωρική εμπειρία. Ο σχεδιασμός ερμηνεύει τον ρόλο του αρχιτέκτονα ως υφαντή αφηγήσεων στο πλαίσιο της ρέουσας πολιτισμικής ροής. Διατηρώντας, επαναπροσδιορίζοντας και ενσωματώνοντας την ιστορική μνήμη στη σύγχρονη δημόσια ζωή, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ζωντανού μεταβολικού οικοσυστήματος. Εδώ, η αρχιτεκτονική λειτουργεί ως μέσο κοινωνικής, πνευματικής και οικολογικής καλλιέργειας, ενσαρκώνοντας υλικά τη διαχρονική μεταφορά των «συγκοινωνούντων δοχείων» όπου η γνώση, ως ρευστό, συντηρεί και ανανεώνει την ίδια την «πολιτισμική δομή» που τη φιλοξενεί.
Ομάδα Έργου: Αγγελική Γιαννίση, Στέλλα Ροσσικοπούλου Παππά, Σοφία Ξανθάκου
Τρισδιάστατες Aπεικονίσεις: Αxson Office
Διοργανωτής διαγωνισμού: Πανεπιστήμιο Αιγαίου
38°21’58.04”N 26°8’27.77”E
Καρράδειος
Xίος, Eλλάδα
πανεπιστήμιο
2025